Ο εμβολιασμός δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Και στην ενήλικη ζωή υπάρχουν εμβόλια που χρειάζεται να επαναλαμβάνονται, εμβόλια που συστήνονται μετά από μια συγκεκριμένη ηλικία και άλλα που χορηγούνται όταν υπάρχουν συγκεκριμένα νοσήματα ή παράγοντες κινδύνου.[1]

Το κατάλληλο πρόγραμμα εμβολιασμού εξαρτάται από την ηλικία, το ιστορικό προηγούμενων εμβολιασμών, τυχόν χρόνια νοσήματα, την εγκυμοσύνη, το επάγγελμα, τα ταξίδια και καταστάσεις που επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα.[1]

Ποια εμβόλια μπορεί να χρειάζεται ένας ενήλικας;

Το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων περιλαμβάνει εμβόλια έναντι της γρίπης, της COVID-19, του τετάνου, της διφθερίτιδας και του κοκκύτη, του πνευμονιόκοκκου, του έρπητα ζωστήρα, του RSV, του HPV, της ηπατίτιδας Α και Β, καθώς και εμβόλια έναντι της ιλαράς–παρωτίτιδας–ερυθράς, της ανεμευλογιάς, του μηνιγγιτιδόκοκκου και του Haemophilus influenzae τύπου b, όταν υπάρχουν οι αντίστοιχες ενδείξεις.[1]

Γρίπη

Ο αντιγριπικός εμβολιασμός πραγματοποιείται κάθε χρόνο και συστήνεται ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες και σε άτομα με παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο επιπλοκών, όπως χρόνια καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά νοσήματα, σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσος και ανοσοκαταστολή.[1]

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι αντιγριπικών εμβολίων:

  • Συμβατικό αδρανοποιημένο εμβόλιο (TIVe): αποτελεί τη συνήθη επιλογή για τον αντιγριπικό εμβολιασμό των ενηλίκων.
  • Εμβόλιο κυτταροκαλλιέργειας (TIVc): παρασκευάζεται με διαφορετική τεχνολογία από τα κλασικά εμβόλια που παράγονται σε αυγά.
  • Εμβόλιο υψηλής δόσης (TIV-HD): περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα αντιγόνου, με στόχο ισχυρότερη ανοσολογική απόκριση στις μεγαλύτερες ηλικίες.
  • Ανοσοενισχυμένο εμβόλιο (aTIV): περιέχει ανοσοενισχυτικό παράγοντα, με στόχο επίσης την ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης.

Στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω προτιμώνται τα ενισχυμένα αντιγριπικά εμβόλια. Εάν αυτά δεν είναι διαθέσιμα, ο εμβολιασμός δεν θα πρέπει να καθυστερεί.[1]

Τέτανος, διφθερίτιδα και κοκκύτης

Ο εμβολιασμός έναντι του τετάνου και της διφθερίτιδας δεν ολοκληρώνεται στην παιδική ηλικία. Στους ενήλικες προβλέπονται αναμνηστικοί εμβολιασμοί, ανάλογα με το ιστορικό προηγούμενου εμβολιασμού και τις ισχύουσες συστάσεις.[1]

Το Td παρέχει προστασία έναντι τετάνου και διφθερίτιδας, ενώ το Tdap περιλαμβάνει επιπλέον προστασία έναντι του κοκκύτη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο εμβολιασμός κατά την εγκυμοσύνη. Το Tdap συστήνεται σε κάθε κύηση, ανεξάρτητα από το ιστορικό προηγούμενου εμβολιασμού, με στόχο τη μεταφορά αντισωμάτων από τη μητέρα και την προστασία του νεογνού κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του.[1]

Σε περίπτωση τραύματος, η ανάγκη για εμβολιασμό έναντι του τετάνου —και σε ορισμένες περιπτώσεις για αντιτετανική ανοσοσφαιρίνη— εξαρτάται από το είδος του τραύματος και το προηγούμενο εμβολιαστικό ιστορικό.[1]

Πνευμονιόκοκκος

Ο πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumoniae) μπορεί να προκαλέσει πνευμονία αλλά και σοβαρές διεισδυτικές λοιμώξεις, όπως βακτηριαιμία και μηνιγγίτιδα. Ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης αυξάνεται με την ηλικία και με την παρουσία ορισμένων χρόνιων νοσημάτων.

Στα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω συστήνεται εμβολιασμός με το 20δύναμο συζευγμένο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (PCV20).[1]

Το PCV20 συστήνεται επίσης σε νεότερους ενήλικες που ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου, όπως άτομα με ανοσοκαταστολή, χρόνια νεφρική νόσο, ανατομική ή λειτουργική ασπληνία και άλλες καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής πνευμονιοκοκκικής νόσου.[1]

Σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν με διαφορετικά πνευμονιοκοκκικά εμβόλια, η ανάγκη για περαιτέρω εμβολιασμό εξαρτάται από το προηγούμενο εμβολιαστικό ιστορικό.[1]

Έρπης ζωστήρας

Ο έρπης ζωστήρας προκαλείται από την επανενεργοποίηση του ιού της ανεμευλογιάς (Varicella-zoster virus), ο οποίος παραμένει στον οργανισμό μετά την αρχική λοίμωξη. Η συχνότητα της νόσου και ο κίνδυνος επιπλοκών, ιδιαίτερα της μεθερπητικής νευραλγίας, αυξάνονται με την ηλικία.

Για την πρόληψη χρησιμοποιείται το ανασυνδυασμένο εμβόλιο έναντι του έρπητα ζωστήρα (RZV).

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, με ιδιαίτερη έμφαση στα άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω. Συστήνεται επίσης σε ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω με ανοσοκαταστολή, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με HIV.[1]

Ο εμβολιασμός μπορεί να συστήνεται ακόμη και σε άτομα που έχουν ήδη περάσει έρπητα ζωστήρα, καθώς ένα προηγούμενο επεισόδιο δεν αποκλείει την επανεμφάνιση της νόσου.[1]

Αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV)

Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) προκαλεί λοιμώξεις του αναπνευστικού. Αν και είναι περισσότερο γνωστός για τις λοιμώξεις στα μικρά παιδιά, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο και στους μεγαλύτερους ενήλικες, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν χρόνια νοσήματα.

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα 60–74 ετών όταν υπάρχουν παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσου από RSV. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, άτομα με χρόνια καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά νοσήματα, ανοσοκαταστολή και άλλες καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης.[1]

Υπάρχει επίσης ειδική σύσταση για εμβολιασμό κατά την εγκυμοσύνη, με στόχο τη μεταφορά αντισωμάτων από τη μητέρα και την προστασία του βρέφους κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του.[1]

Ιός ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV)

Ο HPV είναι μια πολύ συχνή σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη. Ορισμένοι τύποι του HPV προκαλούν γεννητικά κονδυλώματα, ενώ η επίμονη λοίμωξη από τύπους υψηλού κινδύνου μπορεί να οδηγήσει σε προκαρκινικές αλλοιώσεις και σχετίζεται με την εμφάνιση καρκίνων, όπως του τραχήλου της μήτρας, του πρωκτού, του πέους και του στοματοφάρυγγα.[2,3]

Οι τύποι του HPV που προκαλούν γεννητικά κονδυλώματα είναι διαφορετικοί από τους τύπους που μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο.[3]

Ο εμβολιασμός είναι αποτελεσματικότερος όταν πραγματοποιείται πριν από την έκθεση στον ιό και για τον λόγο αυτό αποτελεί μέρος του εμβολιασμού παιδιών και εφήβων.[2]

Στους ενήλικες ηλικίας 18–45 ετών, γυναίκες και άνδρες, ο εμβολιασμός έναντι του HPV συστήνεται σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου. Σε αυτές περιλαμβάνονται άτομα με ανοσοκαταστολή ή υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με HIV, καθώς και άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες (MSM).[1,4]

Ειδική σύσταση υπάρχει επίσης για ανεμβολίαστες γυναίκες που έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κωνοειδή εκτομή λόγω CIN2+.[4]

Ιλαρά, παρωτίτιδα και ερυθρά (MMR)

Ο εμβολιασμός με MMR αφορά και ενήλικες που δεν έχουν επαρκή ανοσία. Όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και δεν έχουν τεκμηριωμένη ανοσία θα πρέπει να ελέγχουν εάν έχουν ολοκληρώσει τον προβλεπόμενο εμβολιασμό.[1]

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο έλεγχος της ανοσίας σε ομάδες με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης, όπως οι επαγγελματίες υγείας, οι εκπαιδευτικοί, οι φοιτητές και σπουδαστές, οι ταξιδιώτες στο εξωτερικό και τα μέλη οικογένειας ατόμων με ανοσοκαταστολή.[1]

Το MMR είναι εμβόλιο με ζώντες εξασθενημένους ιούς και δεν χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη. Σε άτομα με ανοσοκαταστολή η δυνατότητα χορήγησής του εξαρτάται από το είδος και τον βαθμό της ανοσοκαταστολής.[1]

Ανεμευλογιά

Ο εμβολιασμός έναντι της ανεμευλογιάς αφορά ενήλικες που δεν έχουν τεκμηριωμένη ανοσία. Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων, συστήνεται ιδιαίτερα σε όσους έχουν γεννηθεί μετά το 1990 και δεν έχουν ιστορικό προηγούμενης νόσησης ή εμβολιασμού.[1]

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο εμβολιασμός σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης ή μετάδοσης του ιού, καθώς και σε άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης. Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επαγγελματίες υγείας και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν έχουν ανοσία.[1]

Το εμβόλιο της ανεμευλογιάς περιέχει ζώντα εξασθενημένο ιό και δεν χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη. Σε γυναίκες χωρίς τεκμηριωμένη ανοσία, ο εμβολιασμός πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την εγκυμοσύνη.[1]

Ηπατίτιδα Α

Η ηπατίτιδα Α είναι οξεία λοίμωξη του ήπατος που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Α (HAV). Ο ιός μεταδίδεται κυρίως με την κοπρανοστοματική οδό.

Ο εμβολιασμός δεν συστήνεται ως εμβολιασμός ρουτίνας για όλους τους ενήλικες. Αφορά κυρίως άτομα με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στον ιό ή αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τη λοίμωξη.[1]

Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες (MSM), χρήστες ναρκωτικών ουσιών, άτομα με HIV, άστεγοι, άτομα με χρόνια ηπατική νόσο και ταξιδιώτες προς χώρες με μέση ή υψηλή ενδημικότητα.[1]

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης ορισμένες επαγγελματικές ομάδες με αυξημένο κίνδυνο έκθεσης σε μολυσμένα βιολογικά υλικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συστηθεί εμβολιασμός και μετά από πρόσφατη έκθεση στον ιό της ηπατίτιδας Α.[1]

Ηπατίτιδα Β

Η ηπατίτιδα Β προκαλείται από τον ιό HBV. Σε ορισμένα άτομα η λοίμωξη μπορεί να γίνει χρόνια και, με την πάροδο των ετών, να οδηγήσει σε κίρρωση ή ηπατοκυτταρικό καρκίνο.

Ο εμβολιασμός συστήνεται σε ανεμβολίαστους ενήλικες που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο έκθεσης ή σοβαρής νόσησης.[1]

Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επαγγελματίες υγείας και άτομα με επαγγελματική έκθεση σε αίμα ή βιολογικά υγρά, άτομα με αυξημένο σεξουαλικό κίνδυνο, άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες (MSM), άτομα με HIV, χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, άτομα με χρόνια ηπατική νόσο και ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο.[1]

Εμβολιασμός συστήνεται επίσης σε σεξουαλικές και στενές οικιακές επαφές ατόμων με χρόνια λοίμωξη από HBV, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου έκθεσης.[1]

Σε άτομα με άγνωστο ιστορικό εμβολιασμού ή πιθανή προηγούμενη έκθεση στον HBV, μπορεί να χρειαστεί ορολογικός έλεγχος, ανάλογα με το ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου.

Μηνιγγιτιδόκοκκος

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος (Neisseria meningitidis) μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διεισδυτική νόσο, κυρίως μηνιγγίτιδα και σηψαιμία.

Για τους ενήλικες υπάρχουν διαφορετικά εμβόλια. Το MenACWY παρέχει προστασία έναντι των οροομάδων A, C, W και Y, ενώ το MenB αφορά την οροομάδα Β.[1]

Ο εμβολιασμός δεν αποτελεί εμβολιασμό ρουτίνας για όλους τους ενήλικες. Συστήνεται σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου, όπως άτομα με ανατομική ή λειτουργική ασπληνία, ορισμένες διαταραχές του συστήματος του συμπληρώματος ή θεραπείες που επηρεάζουν τη λειτουργία του, καθώς και σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο επαγγελματικής έκθεσης ή έκθεσης κατά τη διάρκεια επιδημικής έξαρσης.[1]

Το MenACWY μπορεί επίσης να συστήνεται σε ταξιδιώτες προς περιοχές όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, ανάλογα με τον προορισμό και τις ισχύουσες ταξιδιωτικές συστάσεις.[1]

Αιμόφιλος της ινφλουένζας τύπου b (Hib)

Ο Haemophilus influenzae τύπου b (Hib) μπορεί να προκαλέσει σοβαρές λοιμώξεις, όπως μηνιγγίτιδα και σηψαιμία.

Στους ενήλικες ο εμβολιασμός έναντι του Hib δεν αποτελεί εμβολιασμό ρουτίνας. Συστήνεται σε συγκεκριμένες ομάδες αυξημένου κινδύνου, όπως ανεμβολίαστα άτομα με ανατομική ή λειτουργική ασπληνία, άτομα που πρόκειται να υποβληθούν σε προγραμματισμένη σπληνεκτομή, καθώς και ορισμένα άτομα με ανοσοκαταστολή.[1]

Ειδική σύσταση υπάρχει επίσης για ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT), ανεξάρτητα από προηγούμενο εμβολιασμό.[1]

COVID-19

Η COVID-19 προκαλείται από τον ιό SARS-CoV-2. Παρότι για τους περισσότερους ανθρώπους η λοίμωξη σήμερα είναι συνήθως ήπια, εξακολουθεί να μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσηση, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες και σε άτομα με υποκείμενα νοσήματα ή ανοσοκαταστολή.

Ο εμβολιασμός συστήνεται ιδιαίτερα σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, σε νεότερα άτομα με νοσήματα ή καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής COVID-19 και σε άτομα με ανοσοκαταστολή. Σύσταση υπάρχει επίσης για εγκύους με υποκείμενα νοσήματα που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσου, καθώς και για επαγγελματίες υγείας.[1]

Οι συστάσεις για τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19 επικαιροποιούνται ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα και τα στελέχη του SARS-CoV-2 που κυκλοφορούν. Για τον λόγο αυτό πρέπει να ακολουθούνται οι εκάστοτε ισχύουσες συστάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών.

Πώς ξέρω ποια εμβόλια χρειάζομαι;

Το εμβολιαστικό πρόγραμμα δεν είναι ίδιο για όλους τους ενήλικες. Ένας πρακτικός τρόπος είναι να ελέγχεται περιοδικά το ιστορικό εμβολιασμών, ιδιαίτερα όταν αλλάζει η ηλικιακή ομάδα ή εμφανίζεται ένα νέο χρόνιο νόσημα, πριν από ένα ταξίδι ή πριν από την έναρξη θεραπείας που επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα.[1]

Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμο βιβλιάριο ή σαφές ιστορικό εμβολιασμού, ο γιατρός μπορεί να εκτιμήσει ποια εμβόλια χρειάζονται με βάση την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου.

Οι συστάσεις ανανεώνονται καθώς προστίθενται νέα εμβόλια ή προκύπτουν νεότερα επιστημονικά δεδομένα. Για τον λόγο αυτό, για τις ακριβείς ενδείξεις και τα εκάστοτε ισχύοντα εμβολιαστικά σχήματα μπορείτε να συμβουλεύεστε το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων του Υπουργείου Υγείας.[1]

Βιβλιογραφία

  1. Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών. Τροποποίηση Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Ενηλίκων 2025: Χρονοδιάγραμμα και Συστάσεις. Αθήνα: Υπουργείο Υγείας; 2025.
  2. World Health Organization. Human papillomavirus and cancer. Geneva: World Health Organization; 2024 Mar 5.
  3. Centers for Disease Control and Prevention. Basic Information about HPV and Cancer. Atlanta (GA): CDC; 2024 Sep 17.
  4. Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών. Επικαιροποίηση του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών 2024/25: Συστάσεις εμβολιασμού έναντι του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV). Αθήνα: Υπουργείο Υγείας; 2024 Aug 7.